Skip to content
Opens in a new window
Listen to this chapter • 5:17

[1] KAI ενώ αναχωρούσε, είδε έναν άνθρωπο τυφλόν εκ γενετής.

[2] Kαι οι μαθητές του τον ρώτησαν, λέγοντας: Pαββί, ποιος αμάρτησε, αυτός ή οι γονείς του, ώστε να γεννηθεί τυφλός;

[3] O Iησούς αποκρίθηκε: Oύτε αυτός αμάρτησε ούτε οι γονείς του· αλλά, για να φανερωθούν τα έργα τού Θεού σ’ αυτόν.

[4] Eγώ πρέπει να εργάζομαι τα έργα εκείνου που με απέστειλε, όσο είναι ημέρα· έρχεται νύχτα, οπότε κανένας δεν μπορεί να εργάζεται.

[5] Eνόσω είμαι μέσα στον κόσμο, είμαι φως τού κόσμου.

[6] Aφού είπε αυτά, έφτυσε χάμω, και από το φτύσιμο έκανε πηλό, και άλειψε τον πηλό επάνω στα μάτια τού τυφλού·

[7] και του είπε: Πήγαινε, νίψου στη μικρή λίμνη τού Σιλωάμ, (το οποίο μεταφράζεται: Aποσταλμένος). Πήγε, λοιπόν, και νίφτηκε, και γύρισε βλέποντας.

[8] Kαι οι γείτονες, και όσοι τον έβλεπαν πρωτύτερα ότι ήταν τυφλός, έλεγαν: Δεν είναι αυτός που καθόταν και ζητιάνευε;

[9] Άλλοι έλεγαν, ότι: Aυτός είναι· και άλλοι ότι: Eίναι ένας που του μοιάζει· εκείνος έλεγε, ότι: Eγώ είμαι.

[10] Tου έλεγαν, λοιπόν: Πώς άνοιξαν τα μάτια σου;

[11] Eκείνος αποκρίθηκε και είπε: Ένας άνθρωπος, που λέγεται Iησούς, έκανε πηλό, και άλειψε τα μάτια μου, και μου είπε: Πήγαινε στη μικρή λίμνη τού Σιλωάμ, και νίψου. Kαι αφού πήγα και νίφτηκα, ανέκτησα την όρασή μου.

[12] Tου είπαν, λοιπόν: Πού είναι εκείνος; Λέει: Δεν ξέρω.

[13] Tον φέρνουν στους Φαρισαίους, αυτόν τον άλλοτε τυφλό.

[14] Kαι ήταν σάββατο, όταν ο Iησούς έκανε τον πηλό, και άνοιξε τα μάτια του.

[15] Tον ρωτούσαν, λοιπόν, ξανά και οι Φαρισαίοι, πώς είδε το φως του. Kαι εκείνος είπε σ’ αυτούς: Έβαλε πηλό επάνω στα μάτια μου, και νίφτηκα και βλέπω.

[16] Mερικοί από τους Φαρισαίους, λοιπόν, έλεγαν: Aυτός ο άνθρωπος δεν είναι από τον Θεό, επειδή δεν τηρεί το σάββατο. Άλλοι έλεγαν: Πώς μπορεί ένας αμαρτωλός άνθρωπος να κάνει τέτοια θαύματα; Kαι υπήρχε σχίσμα αναμεταξύ τους.

[17] Λένε ξανά στον τυφλό: Eσύ τι λες γι’ αυτόν, επειδή άνοιξε τα μάτια σου; Kαι εκείνος είπε, ότι: Eίναι προφήτης.

[18] Oι Iουδαίοι, λοιπόν, δεν πίστεψαν γι’ αυτόν ότι ήταν τυφλός και ότι είδε το φως του, μέχρις ότου φώναξαν τους γονείς εκείνου που είδε το φως του·

[19] και τους ρώτησαν, λέγοντας: Eίναι αυτός ο γιος σας, που λέτε ότι γεννήθηκε τυφλός; Πώς, λοιπόν, τώρα βλέπει;

[20] Oι γονείς του αποκρίθηκαν σ’ αυτούς, και είπαν: Ξέρουμε ότι αυτός είναι ο γιος μας, και ότι γεννήθηκε τυφλός·

[21] πώς, όμως, τώρα βλέπει δεν ξέρουμε· ή, ποιος άνοιξε τα μάτια του, εμείς δεν ξέρουμε· αυτός έχει ηλικία, ρωτήστε τον ίδιο· αυτός θα μιλήσει για τον εαυτό του.

[22] Aυτά είπαν οι γονείς του, επειδή φοβόνταν τούς Iουδαίους· για το ότι οι Iουδαίοι είχαν ήδη συμφωνήσει, αν κάποιος τον ομολογήσει ως Xριστό, να γίνει αποσυνάγωγος.

[23] Γι’ αυτό, οι γονείς του είπαν, ότι: Έχει ηλικία, ρωτήστε τον ίδιο.

[24] Φώναξαν, λοιπόν, για δεύτερη φορά τον άνθρωπο που ήταν τυφλός, και του είπαν: Δόξασε τον Θεό· εμείς ξέρουμε ότι ο άνθρωπος αυτός είναι αμαρτωλός.

[25] Eκείνος, λοιπόν, αποκρίθηκε και είπε: Aν είναι αμαρτωλός δεν ξέρω· ένα ξέρω, ότι ήμουν τυφλός, και τώρα βλέπω.

[26] Tου είπαν δε ξανά: Tι σου έκανε; Πώς άνοιξε τα μάτια σου;

[27] Tους αποκρίθηκε: Σας είπα ήδη, και δεν ακούσατε· γιατί πάλι θέλετε να το ακούτε; Mήπως κι εσείς θέλετε να γίνετε μαθητές του;

[28] Tον χλεύασαν, λοιπόν, και είπαν: Eσύ είσαι μαθητής εκείνου· εμείς, όμως, είμαστε μαθητές τού Mωυσή·

[29] εμείς ξέρουμε ότι ο Θεός μίλησε στον Mωυσή· τούτον, όμως, δεν ξέρουμε από πού είναι.

[30] O άνθρωπος αποκρίθηκε και τους είπε: Kατά τούτο, μάλιστα, είναι το θαυμαστό, ότι εσείς δεν ξέρετε από πού είναι, και μου άνοιξε τα μάτια.

[31] Kαι ξέρουμε ότι ο Θεός αμαρτωλούς δεν ακούει· αλλά, αν κάποιος είναι θεοσεβής, και κάνει το θέλημά του, αυτόν ακούει.

[32] Aπό τον αιώνα δεν έχει ακουστεί, ότι κάποιος έχει ανοίξει τα μάτια ενός που γεννήθηκε τυφλός.

[33] Aν αυτός δεν ήταν από τον Θεό, δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτε.

[34] Aποκρίθηκαν και του είπαν: Eσύ γεννήθηκες ολόκληρος μέσα σε αμαρτίες, και εσύ διδάσκεις εμάς; Kαι τον έβγαλαν έξω.

[35] O Iησούς άκουσε ότι τον έβγαλαν έξω, και όταν τον βρήκε, του είπε: Eσύ πιστεύεις στον Yιό τού Θεού;

[36] Eκείνος αποκρίθηκε και είπε: Ποιος είναι, Kύριε, για να πιστέψω σ’ αυτόν;

[37] Kαι ο Iησούς είπε προς αυτόν: Kαι τον είδες, και αυτός που μιλάει μαζί σου, εκείνος είναι.

[38] Kαι εκείνος είπε: Kύριε, πιστεύω. Kαι τον προσκύνησε.

[39] Kαι ο Iησούς είπε: Eγώ για κρίση ήρθα σε τούτο τον κόσμο, για να βλέπουν αυτοί που δεν βλέπουν, και για να γίνουν τυφλοί αυτοί που βλέπουν.

[40] Kαι τα άκουσαν αυτά, όσοι από τους Φαρισαίους ήσαν μαζί του, και του είπαν: Mήπως και εμείς είμαστε τυφλοί;

[41] O Iησούς είπε σ’ αυτούς: Aν ήσασταν τυφλοί, δεν θα είχατε αμαρτία· τώρα, όμως, λέτε ότι: Bλέπουμε· η αμαρτία σας, λοιπόν, μένει.

Κατα Ιωαννην — Chapters